σχετλιαστικός

σχετλιαστικός
σχετλιαστικός, zum Klagen, Jammern, Zürnen gehörig, geneigt; τὰ σχετλιαστικά, die Interjectionen, die Unwillen ausdrücken

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • σχετλιαστικός — ή, ό/ σχετλιαστικός, ή, όν, ΝΜΑ [σχετλιάζω] αυτός που εκφράζει ή δηλώνει σχετλιασμό, παράπονο ή αγανάκτηση και οργή («σχετλιαστικά επιφωνήματα» τα επιφωνήματα που δηλώνουν οδύνη ή αγανάκτηση όπως οἴμοι, φεῡ, αλίμονο, αχ, πω πω κ.λπ.) επίρρ...… …   Dictionary of Greek

  • σχετλιαστικός — ή, ό στη φράση «σχετλιαστικά επιφωνήματα», όσα φανερώνουν λύπη ή αγανάκτηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”